ύλη
η, ουσ.
- κάθε ουσία [ή σώμα] με διαστάσεις, μάζα και βάρος, που υπάρχει στο χώρο, που μπορεί να διαιρεθεί, να πάρει το επιθυμητό σχήμα και να αποτελεί αντικείμενο των αισθήσεων μας
- (φιλοσ.) η αντικειμενική πραγματικότητα έτσι όπως αυτή καταγράφεται στο υποσυνείδητο του ανθρώπου, σε αντιδιαστολή με το πνεύμα
- το κύριο συστατικό για τη δημιουργία κάποιου προϊόντος
- (λογοτ.) το περιεχόμενο κάποιου συγγράμματος
- τα θέματα και οι ενότητες των μαθημάτων στα οποία πρόκειται να διαγωνισθεί ο μαθητής ή ο εξεταζόμενος, (φρ.) «διδακτέα ύλη».
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. matière, [για υπόλοιπες ερμ.] < αρχ. ὕλη [= δάσος, κομμένο ξύλο, υλικό].
Παράγωγα
υλικός.
Σύνθετα
άυλος, εξαϋλώνω, υλικοτεχνικός, υλοζωισμός, υλοζωιστής, υλομορφισμός, υλοποίηση, υλοποιώ, υλοστατική, υλοτομία, υλοτόμος, υλωρός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύλη», σ. 866. https://navalhistory.gr/lexiko/υλη/