navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υετογράφος

υετογράφος

ο, ουσ.

υετόμετρο, βροχογράφος.

Ετυμολογία

< αρχ. ὑετός [= καταρρακτώδης, διαρκής, συνεχόμενη βροχή] + γράφω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υετογράφος», σ. 866. https://navalhistory.gr/lexiko/υετογραφοσ/