υδρωνύμιο
το, ουσ.
(γλωσσ.) το όνομα κάποιας υδάτινης έκτασης, θάλασσας, λίμνης, ποταμού ή πηγής.
Ετυμολογία
< υδρ(ο)- [< αρχ. ὕδωρ] + [επίθημα] -ωνύμιο < αρχ. ὄνυμα [αιολικός τύπος της λ. ὄνομα].
Παράγωγα
υδρωνυμικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρωνύμιο», σ. 866. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρωνυμιο/