υδρόχρωμα
το, ουσ.

α) νερομπογιά, ακουαρέλα, β) πλαστικό είδος χρώματος, κατάλληλο για βαφή σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο, γ) ασβέστης σε ρευστή κατάσταση, κατάλληλος για το ασβέστωμα του σπιτιού.
Ετυμολογία
< υδρο- [< αρχ. ὕδωρ] + χρώμα.
Παράγωγα
υδροχρωματίζω > υδροχρωμάτισμα, υδροχρωματισμός, υδροχρωματιστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρόχρωμα», σσ. 865-866. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροχρωμα/