υδροκόπτερο
ο, ουσ.

(τεχνολ.) αμφίβιο καταμαράν που κινείται με κινητήρα αεροσκάφους, διαθέτει μικρούς τροχούς, πλωτήρες, έλικα και πηδάλιο, χρήσιμο στις παράκτιες αρκτικές περιοχές [κυρίως σε Σουηδία και Φιλανδία] κατά τη διάρκεια της περιόδου που η προσέγγιση πλοίων ή παγοθραυστικών είναι δύσκολη και αντιοικονομική.
Ετυμολογία
< αγγλ. hydrocopter < υδρ(ο)- [< ὕδωρ] + [αρχ.] ἕλιξ, αρσ. ή θηλ. γεν. τῆς ἕλικος [= στριφτός, στριφογυριστός] + πτερόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδροκόπτερο», σ. 863. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροκοπτερο/