υδροδυναμικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με την κίνηση τών υγρών (φρ.) «υδροδυναμικός κινήτηρας», «υδροδυναμική πίεση / αντλία / σκαφών».
Ετυμολογία
< υδροδυναμ(ική) + -ικός.
Επιρρήματα
υδροδυναμικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδροδυναμικός», σ. 863. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροδυναμικοσ/