υδρόβιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που ζει μέσα στο νερό, συνών. υγρόβιος.
Ετυμολογία
< υδρο- [< αρχ. ὕδωρ] + βίος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρόβιος», σ. 862. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροβιοσ/