ύδραυλος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

ατσαλένιος σωλήνας αυλωτού λέβητα μέσα στον οποίο κυκλοφορεί νερό που πρόκειται να ατμοποιηθεί.
Ετυμολογία
< ὕδραυλος, γεν. -ου. [αρσ.] ὁ ὕδραυλις [= πληκτροφόρο μουσικό όργανο που λειτουργούσε με πίεση που του παρείχε αντλία αέρα και υδραυλικός μηχανισμός] < υδρ(ο)- [ < ὕδωρ] + αὐλός [φωτό].
Από τον Τύπο
«Η ύδραυλις (ή ύδραυλος), το λεγόμενο όργανο του νερού, ήταν επινόηση και εφεύρεση του μηχανικού Κτησίβιου του Αλεξανδρέα. Κατασκευάστηκε στην Αλεξάνδρεια τον 3ο αιώνα π.Χ.».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύδραυλος», σσ. 861-862. https://navalhistory.gr/lexiko/υδραυλοσ/