υδραργυρικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που περιέχει υδράργυρο ή λειτουργεί με υδράργυρο, (φρ.) «υδραργυρικός ανορθωτής / μετρητής / βαρογράφος / συμπλέκτης / διακόπτης / θερμοστάτης / ερεθισμός», «υδραργυρική στήλη / πνευμονία», «υδραργυρικό θερμόμετρο / πιεσόμετρο / βαρόμετρο / αμάλγαμα».
Ετυμολογία
< υδράργυρ(ος) + -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδραργυρικός», σ. 861. https://navalhistory.gr/lexiko/υδραργυρικοσ/