υδατομετρητής
ο, ουσ.
υδατόμετρο, υδρόμετρο και υδρομετρητής, (φρ.) «υδατομετρητής κρύου νερού / απλού ψεκασμού / ηλεκτρονικός - ψηφιακός / πολλαπλής – απλής ριπής / ξηρού τύπου».
Ετυμολογία
< υδατόμετρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδατομετρητής», σ. 860. https://navalhistory.gr/lexiko/υδατομετρητησ/