navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υδαταγωγός

υδαταγωγός

ο, ουσ.

σωλήνας παροχής νερού, υδροσωλήνας, υδραγωγός.

Ετυμολογία

< αρχ. ὕδωρ [γεν. τοῦ ὕδατ(ος)] + ἀγωγός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδαταγωγός», σ. 860. https://navalhistory.gr/lexiko/υδαταγωγοσ/