υγρο-
Και: υγρό-
πρώτο συνθετικό λ. που δηλώνει: α) την ύπαρξη της υγρασίας στην ατμόσφαιρα, ή β) τη σχέση του δεύτερου συνθετικού με το φαινόμενο της υγρασίας, ή γ) τη ρευστή κατάσταση κάποιου σώματος π.χ.: υγρομετρία, υγροσκοπία, υγροστάτης, υγροταξία, υγρόβιος, υγροτροπισμός, υγρόφιλος, υγρόφυτο κ.ά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγρο- και υγρό-», σ. 859. https://navalhistory.gr/lexiko/υγρο-και-υγρο/