υγιής
ής, -ές, επίθ.
- αυτός που έχει καλή σωματική και ψυχική υγεία, αντών. άρρωστος, ασθενής
- (κατ’ επέκτ.) αυτός που έχει καλή φυσική κατάσταση
- (μτφ.) αυτός που είναι απαλλαγμένος από καταστροφικές αντιλήψεις.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑγιής.
Παράγωγα
υγιαίνω.
Επιρρήματα
υγιώς [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγιής», σ. 859. https://navalhistory.gr/lexiko/υγιησ/