navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υγιής

υγιής

ής, -ές, επίθ.

  1. αυτός που έχει καλή σωματική και ψυχική υγεία, αντών. άρρωστος, ασθενής
  2. (κατ’ επέκτ.) αυτός που έχει καλή φυσική κατάσταση
  3. (μτφ.) αυτός που είναι απαλλαγμένος από καταστροφικές αντιλήψεις.

Ετυμολογία

< αρχ. ὑγιής.

Παράγωγα

υγιαίνω.

Επιρρήματα

υγιώς [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγιής», σ. 859. https://navalhistory.gr/lexiko/υγιησ/