υαλοπίνακας
Και: υελοπίνακας
ο, ουσ.
τζάμι αλλά και κάθε κομμάτι τσαμιού που μπαίνει σε ξεχωριστό πλαίσιο σε πόρτα ή παράθυρο.
Ετυμολογία
< αρχ. (ἡ) ὕαλ(ος)- -ο- + πίνακας < [αρχ.] πίναξ [= 1. σανίδα, καδρόνι πλοίου, σε Όμηρ. 2. επιφάνεια γραφής, 3. δίσκος ή πιατέλα σερβιρίσματος, σε Όμηρ. 4. πλάκα, εικόνα, 5. κατάλογος, λίστα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υαλοπίνακας και υελοπίνακας», σ. 858. https://navalhistory.gr/lexiko/υαλοπινακασ-και-υελοπινακασ/