τσιμπίδι
το, ουσ.
μικρή μεταλλική λαβίδα.
Ετυμολογία
< τσιμπίδ(α) + [υποκ.]-ι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμπίδι», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμπιδι/
Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσιμπίδι
το, ουσ.
μικρή μεταλλική λαβίδα.
< τσιμπίδ(α) + [υποκ.]-ι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμπίδι», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμπιδι/