navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσεκάρω και τσικάρω

τσεκάρω

Και: τσικάρω

ρ. [μετβ.]

κάνω επαλήθευση, επανελέγχω, επαληθεύω.

Ετυμολογία

< αγγλ. check + -άρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσεκάρω και τσικάρω», σ. 851. https://navalhistory.gr/lexiko/τσεκαρω-και-τσικαρω/