τροφοδοτώ
ρ. [μετβ.]
- δίνω τρόφιμα σε ανθρώπους, είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε ομαδικό
- δίνω συστηματικά τα αναγκαία υλικά ή προϊόντα σ’ ένα σύνολο ανθρώπων.
Ετυμολογία
< τροφοδότ(ης) + -δοτώ.
Παράγωγα
τροφοδότηση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροφοδοτώ», σ. 849. https://navalhistory.gr/lexiko/τροφοδοτω/