navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τροφοδοτώ

τροφοδοτώ

ρ. [μετβ.]

  1. δίνω τρόφιμα σε ανθρώπους, είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε ομαδικό
  2. δίνω συστηματικά τα αναγκαία υλικά ή προϊόντα σ’ ένα σύνολο ανθρώπων.

Ετυμολογία

< τροφοδότ(ης) + -δοτώ.

Παράγωγα

τροφοδότηση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροφοδοτώ», σ. 849. https://navalhistory.gr/lexiko/τροφοδοτω/