τριθάλασσος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που βρέχεται γύρω – γύρω από τρεις θάλασσες.
Ετυμολογία
< τρί-(< τρία)+θάλασσα, [αττ. τ.] τριθάλαττος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριθάλασσος», σ. 844. https://navalhistory.gr/lexiko/τριθαλασσοσ/