τριγωνικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει σχήμα τριγώνου, (φρ.) «τριγωνικό σχήμα / πρίσμα / σύστημα», «τριγωνική βάση / πυραμίδα / πώληση / συναλλαγή / τιμολόγηση».
Ετυμολογία
< μτγν. τριγωνικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριγωνικός», σ. 843. https://navalhistory.gr/lexiko/τριγωνικοσ/