τραχίνος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) ψάρι της οικογένειας των τραχινιδών, του γένους των περκόμορφων, το μήκος του σώματός του φθάνει τα 40 εκ. το τσίμπημα από το ακανθώδες πτερύγιό του είναι επώδυνο για τον άνθρωπο, συνών. δράκαινα.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) < αγγλ. trachinus < μέσ. λατιν. trachina [= είδος ψαριού] < αρχ. τραχύς.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραχίνος», σ. 842. https://navalhistory.gr/lexiko/τραχινοσ/