τραύμα
το, ουσ.
βλάβη του σώματος που προκαλείται από βίαιο κτύπημα, πληγή, (φρ.) «εξωτερικό / εσωτερικό / διαμπερές / τυφλό / θανατηφόρο / ψυχικό / μηχανικό / σοβαρό / βαρύ / ελαφρό / βαθύ / συνθλιπτικό / εξελκυστικό / νύσσον / τέμνον / θλαστικό / επιπόλαιο / πολεμικό».
Ετυμολογία
< αρχ. τραῦμα.
Σύνθετα
τραυματιοφορέας, τραυματολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραύμα», σ. 841. https://navalhistory.gr/lexiko/τραυμα/