τραπεζοκόμος
ο/η, και τραπεζοκόμα, η, ουσ.
εργαζόμενος/-η σε διάφορα ιδρύματα, ξενοδοχεία, στρατιωτικούς χώρους, πλοία κ.λπ. που επιμελείται και εξυπηρετεί όσους παρευρίσκονται στο γεύμα ή στο δείπνο, συνών. τραπεζιέρης.
Ετυμολογία
< μτγν. < τράπεζα + - κόμος < κομέω, κομῶ [= φροντίζω, περιθάλπω, περιποιούμαι ανθρώπους ή ζώα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραπεζοκόμος», σ. 841. https://navalhistory.gr/lexiko/τραπεζοκομοσ/