τράπεζα
η, ουσ.
- το τραπέζι, «τράπεζα σχεδίασης / κρεμαστή / στρογγυλή»
- δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα, που δέχεται καταθέσεις πολιτών ή εταιρειών με σκοπό τη δανειακή εξυπηρέτηση των πελατών της και κατ’ επέκταση την κερδοφορία της, (φρ.) «διεθνής / ηλεκτρονική / κεντρική / ευρωπαϊκή τράπεζα», «Εθνική / Αγροτική / Κτηματική / Κοινοτικής Ανάπτυξης / Εμπορική / Στεγαστική / Συνεταιριστική Τράπεζα», «Τράπεζα Ελλάδος / Κεντρικής Ελλάδος / Επενδύσεων / Διεθνών Διακανονισμών / Πειραιώς / Lloyds / Goldman Sachs κ.λπ.»,
- το κτήριο εντός του οποίου λειτουργεί το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα
- δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που συγκεντρώνει και διατηρεί ορισμένα όργανα ή ουσίες του ανθρώπινου σώματος, για να χρησιμοποιηθούν σε εγχειρήσεις ή σε μεταμοσχεύσεις οργάνων, κυττάρων ή ιστών, (φρ.) «τράπεζα αίματος / δέρματος / νεφρών / οφθαλμών / σπέρματος / μοσχευμάτων».
Ετυμολογία
< αρχ. τράπεζα [= τραπέζι, τραπέζι χρηματιστή].
Σύνθετα
τραπεζογραμμάτιο, τραπεζοϋπάλληλος, τραπεζομεσίτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράπεζα», σσ. 840-841. https://navalhistory.gr/lexiko/τραπεζα/