navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τράπεζα

τράπεζα

η, ουσ.

  1. το τραπέζι, «τράπεζα σχεδίασης / κρεμαστή / στρογγυλή»
  2. δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα, που δέχεται καταθέσεις πολιτών ή εταιρειών με σκοπό τη δανειακή εξυπηρέτηση των πελατών της και κατ’ επέκταση την κερδοφορία της, (φρ.) «διεθνής / ηλεκτρονική / κεντρική / ευρωπαϊκή τράπεζα», «Εθνική / Αγροτική / Κτηματική / Κοινοτικής Ανάπτυξης / Εμπορική / Στεγαστική / Συνεταιριστική Τράπεζα», «Τράπεζα Ελλάδος / Κεντρικής Ελλάδος / Επενδύσεων / Διεθνών Διακανονισμών / Πειραιώς / Lloyds / Goldman Sachs κ.λπ.»,
  3. το κτήριο εντός του οποίου λειτουργεί το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα
  4. δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που συγκεντρώνει και διατηρεί ορισμένα όργανα ή ουσίες του ανθρώπινου σώματος, για να χρησιμοποιηθούν σε εγχειρήσεις ή σε μεταμοσχεύσεις οργάνων, κυττάρων ή ιστών, (φρ.) «τράπεζα αίματος / δέρματος / νεφρών / οφθαλμών / σπέρματος / μοσχευμάτων».

Ετυμολογία

< αρχ. τράπεζα [= τραπέζι, τραπέζι χρηματιστή].

Σύνθετα

τραπεζογραμμάτιο, τραπεζοϋπάλληλος, τραπεζομεσίτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράπεζα», σσ. 840-841. https://navalhistory.gr/lexiko/τραπεζα/