τράνζιτ
το, άκλ. ουσ. και τράνζιτο, [επίρρ.]
- η διακίνηση εμπορευμάτων από ενδιάμεσους σταθμούς προς τον τόπο του τελικού προορισμού τους, χωρίς τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων και καταβολή δασμών [διαμετακόμιση εμπορευμάτων]
- η παραμονή ταξιδιωτών σε λιμάνια ή αεροδρόμια και η μετεπιβίβασή τους σε άλλο μέσο μεταφοράς για την πραγμάτωση του ταξιδιού τους χωρίς να εκτελούνται ενδιάμεσοι έλεγχοι σε διαβατήρια και αποσκευές
- (συνεκδ.) η αίθουσα αναμονής ή ο χώρος επιβίβασης σε λιμάνι ή αεροδρόμιο ή τρένο, στον οποίο παραμένουν για τη μετεπιβίβασή τους πρόσωπα και αποσκευές.
Ετυμολογία
< αγγλ. transit - ιταλ. transito < λατ. transitus [= διάβαση, πέρασμα] < transire [= μεταβαίνω, διέρχομαι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράνζιτ», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τρανζιτ/