navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τράνζιτ

τράνζιτ

το, άκλ. ουσ. και τράνζιτο, [επίρρ.]

  1. η διακίνηση εμπορευμάτων από ενδιάμεσους σταθμούς προς τον τόπο του τελικού προορισμού τους, χωρίς τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων και καταβολή δασμών [διαμετακόμιση εμπορευμάτων]
  2. η παραμονή ταξιδιωτών σε λιμάνια ή αεροδρόμια και η μετεπιβίβασή τους σε άλλο μέσο μεταφοράς για την πραγμάτωση του ταξιδιού τους χωρίς να εκτελούνται ενδιάμεσοι έλεγχοι σε διαβατήρια και αποσκευές
  3. (συνεκδ.) η αίθουσα αναμονής ή ο χώρος επιβίβασης σε λιμάνι ή αεροδρόμιο ή τρένο, στον οποίο παραμένουν για τη μετεπιβίβασή τους πρόσωπα και αποσκευές.

Ετυμολογία

< αγγλ. transit - ιταλ. transito < λατ. transitus [= διάβαση, πέρασμα] < transire [= μεταβαίνω, διέρχομαι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τράνζιτ», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τρανζιτ/