τουτζάρης
ο, ουσ. [πληθ. τουτζάρηδες]
μεγαλέμπορος που ασχολούνταν με το εμπόριο των καραβανιών και τις θαλάσσιες μεταφορές, συνών. μπαζιρκιάνης.
Ετυμολογία
< τουρκ. tüccâr [πληθ. του tâcir] [= έμπορος, πραγματευτής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τουτζάρης», σ. 838. https://navalhistory.gr/lexiko/τουτζαρησ/