τουρ
άκλ. ουσ.
- γύρος, βόλτα μέσα σε πόλη οργανωμένη, συνήθως, από κάποιο γραφείο ταξιδίων
- (γενικότ.) περιοδεία μικρής χρονικής διάρκειας, περιήγηση
- πύργος
- περίμετρος.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. tour [= γύρος] < tourner [= γυρίζω] < λατιν. torno, tornare < tornus [= τόρνος] < αρχ. τόρνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τουρ», σ. 838. https://navalhistory.gr/lexiko/τουρ/