navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τουρ

τουρ

άκλ. ουσ.

  1. γύρος, βόλτα μέσα σε πόλη οργανωμένη, συνήθως, από κάποιο γραφείο ταξιδίων
  2. (γενικότ.) περιοδεία μικρής χρονικής διάρκειας, περιήγηση
  3. πύργος
  4. περίμετρος.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < γαλλ. tour [= γύρος] < tourner [= γυρίζω] < λατιν. torno, tornare < tornus [= τόρνος] < αρχ. τόρνος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τουρ», σ. 838. https://navalhistory.gr/lexiko/τουρ/