τουρισμός
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η μετακίνηση ατόμων ή διαφόρων ομάδων από τον ένα τόπο στον άλλο, με σκοπό την πολιτισμική ενημέρωση η την ψυχαγωγία, (φρ.) «μαζικός / αθλητικός / θρησκευτικός / κοινωνικός τουρισμός»,
- (διοικ.) το σύνολο των υπηρεσιών που εξυπηρετούν την κίνηση αυτή, ντόπιων και ξένων, σε μια χώρα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. tourisme < γαλλ. tour [= γύρος] < tourner [= γυρίζω] < λατιν. torno, tornare < tornus [= τόρνος] < αρχ. τόρνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τουρισμός», σ. 838. https://navalhistory.gr/lexiko/τουρισμοσ/