τοπογραφώ
ρ. [μετβ.]
χαρτογραφώ μια περιοχή δημιουργώντας τον τοπογραφικό της χάρτη.
Ετυμολογία
< τοπογράφ(ος) + -ώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τοπογραφώ», σ. 836. https://navalhistory.gr/lexiko/τοπογραφω/