τόνκα
η, ουσ.
(γεωγρ.) στενή προσχωματική λωρίδα που χωρίζει την ανοιχτή θάλασσα από τη λιμνοθάλασσα.
Ετυμολογία
< αγν. ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόνκα», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τονκα/