navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τιμονεύω και τιμονιάρω

τιμονεύω

Και: τιμονιάρω

ρ. [μετβ.]

  1. χειρίζομαι το τιμόνι οχήματος ή αεροπλάνου, ή το πηδάλιο πλοίου
  2. (μτφ.) κουμαντάρω, διαφεντεύω.

Ετυμολογία

< τιμόν(ι) [δες λ.] + -εύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τιμονεύω και τιμονιάρω», σ. 832. https://navalhistory.gr/lexiko/τιμονευω-και-τιμονιαρω/