τήρηση
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η διάσωση, η διαφύλαξη
- (συνεκδ.) η πιστή εφαρμογή, η προσήλωση, η συμμόρφωση ως προς τις οδηγίες, τους κανόνες, τους νόμους, τους όρους κάποιας συμφωνίας κ.λπ.
- η ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας ή της εργασίας.
Ετυμολογία
< αρχ. τηρῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τήρηση», σ. 831. https://navalhistory.gr/lexiko/τηρηση/