τηλεμετρία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
κλάδος της τηλεμηχανικής, που ασχολείται με τη συλλογή επιστημονικών δεδομένων εξ αποστάσεως και τη μετάδοση των στοιχείων του ενδιαφέροντος κάνοντας χρήση: α) της ασύρματης επικοινωνίας μέσω πομποδεκτών, τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων κ.λπ. αλλά και β) της καλωδιακής σύζευξης μέσω διαφόρων δικτύων όπως του internet, της κινητής τηλεφωνίας κ.λπ.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. télémetrie < télé- [< αρχ. τῆλε-] + αρχ. μέτρ(ον) -ie [= -ία].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τηλεμετρία», σ. 830. https://navalhistory.gr/lexiko/τηλεμετρια/