navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τεχνητός

τεχνητός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που είναι φτιαγμένος με τέχνη, το προϊόν ή το αποτέλεσμα κάποιας δράσης, αντών. φυσικός
  2. (μτφ.) ο πλαστός, ο μη αυθεντικός
  3. (φρ.) «τεχνητή νοημοσύνη», «τεχνητός νεφρός / φωτισμός / λιμένας», «τεχνητή γονιμοποίηση / αναπνοή / βροχή».

Ετυμολογία

< μτγν. τεχνητός [= προϊόν τέχνης, όχι φυσικός].

Επιρρήματα

τεχνητά [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τεχνητός», σ. 827. https://navalhistory.gr/lexiko/τεχνητοσ/