τεχνητός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι φτιαγμένος με τέχνη, το προϊόν ή το αποτέλεσμα κάποιας δράσης, αντών. φυσικός
- (μτφ.) ο πλαστός, ο μη αυθεντικός
- (φρ.) «τεχνητή νοημοσύνη», «τεχνητός νεφρός / φωτισμός / λιμένας», «τεχνητή γονιμοποίηση / αναπνοή / βροχή».
Ετυμολογία
< μτγν. τεχνητός [= προϊόν τέχνης, όχι φυσικός].
Επιρρήματα
τεχνητά [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τεχνητός», σ. 827. https://navalhistory.gr/lexiko/τεχνητοσ/