navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τερεβινθίνη

τερεβινθίνη

η, ουσ.

είδος ρητίνης που προέρχεται το φυτό τερέβινθο [κωνοφόρο είδος δέντρου] και χαρίζει πλαστικότητα και έξτρα γυαλάδα στα χρώματα του λαδιού, συνών. τερμεντίνα.

Ετυμολογία

< αρχ. τερέβινθος.

Σύνθετα

τερεβινθέλαιο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τερεβινθίνη», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τερεβινθινη/