navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τελωνοφύλακας

τελωνοφύλακας

ο, ουσ.

κατώτερος υπάλληλος που υπηρετεί στην τελωνοφυλακή.

Ετυμολογία

< τελών(ης) -ο- + φύλαξ, -ακος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελωνοφύλακας», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τελωνοφυλακασ/