τελώνης
ο, ουσ.
- ο προϊστάμενος του τελωνείου
- (εκκλ.) ο εισπράκτορας φόρων, ο φοροεισπράκτορας, (κατ’ επέκτ.) ο άτεγκτος διοικητικός υπάλληλος, (φρ.) «Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου», η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, λόγω της σχετικής ευαγγελικής περικοπής [παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου».
Ετυμολογία
< αρχ. < τέλος [= φόρος, πληρωμή] + -ώνης < ώνούμαι (-έο-) [= αγοράζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελώνης», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τελωνησ/