navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τελων(ε)ιακός

τελων(ε)ιακός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει σχέση με το τελωνείο [δες λ.]
  2. [ως ουσ.] ο τελωνειακός, ο/η εργαζόμενος/-η στη συγκεκριμένη υπηρεσία
  3. (φρ.) «τελωνειακός υπάλληλος / κώδικας / πράκτορας / έλεγχος / δασμός / αποκλεισμός», «τελωνειακή σύμβαση / πολιτική / υπηρεσία / ένωση / αποταμίευση / ζώνη / άδεια απόπλου / ».

Ετυμολογία

< τελωνεί(ον) -ακός]

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελων(ε)ιακός», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τελωνειακοσ/