τελων(ε)ιακός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με το τελωνείο [δες λ.]
- [ως ουσ.] ο τελωνειακός, ο/η εργαζόμενος/-η στη συγκεκριμένη υπηρεσία
- (φρ.) «τελωνειακός υπάλληλος / κώδικας / πράκτορας / έλεγχος / δασμός / αποκλεισμός», «τελωνειακή σύμβαση / πολιτική / υπηρεσία / ένωση / αποταμίευση / ζώνη / άδεια απόπλου / ».
Ετυμολογία
< τελωνεί(ον) -ακός]
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τελων(ε)ιακός», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τελωνειακοσ/