τέλεξ
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) διεθνές σύστημα δακτυλογράφησης από απόσταση
- το κείμενο που στέλνεται με τον παραπάνω τρόπο.
Ετυμολογία
(νόθο αντιδάνειο) < αγγλ. telex, ακρωνύμιο των λ. tele[printer = εκτυπωτής] + ex[change = αλλαγή] < αρχ. τῆλε [= επίρρ. από μια απόσταση, μακριά, μακρόθεν] + λατιν. ex [= από].
Παράγωγα
τέλειωμα, τελείωση, τελειωμός, τελειωτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλεξ», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελεξ/