navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › ταχυπλοΐα

ταχυπλοΐα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

α) η ικανότητα που διαθέτει κάποιος για γρήγορη πλεύση, β) η μεγάλη ταχύτητα πλεύσεως.

Ετυμολογία

< ταχύπλους + -ία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταχυπλοΐα», σ. 822. https://navalhistory.gr/lexiko/ταχυπλοια/