τάση
η, ουσ.
- τέντωμα
- κατεύθυνση ή προτίμηση που διέπουν την προσωπικότητα του ατόμου
- ιδεολογικοί προσανατολισμοί σε έναν πολιτιστικό, κοινωνικό ή πολιτικό τομέα, καλλιτεχνικά ρεύματα
- (ηλεκτρολ.) η διαφορά δυναμικού ή βολτάζ, (φρ.) «τάση ηλεκτρικού ρεύματος / περιστροφής / προσαγωγής πλοίου», « εύρος / διανεμητής / ενίσχυση / μετατροπέας / ρυθμιστής / συντελεστής / πτώση τάσης»,
- (μηχανολ.) οι εσωτερικές ή εξωτερικές δυνάμεις [πιέσεις] που αναπτύσσονται στα διάφορα σώματα, για να εξουδετερώσουν τις παραμορφώσεις που υφίστανται.
Ετυμολογία
< < αρχ. τά(σις) [= τέντωμα] - ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τάση», σ. 821. https://navalhistory.gr/lexiko/ταση/