τακτικός
-ή, -ό, και ταχτικός, -ή, -ό, επίθ.
- α) αυτός που διατηρεί σε τάξη τα διάφορα πράγματα του χώρου του, που τον χαρακτηρίζει η τάξη και η ακρίβεια, αντών. ακατάστατος, β) αυτός που τηρεί με σταθερότητα τις υποχρεώσεις του
- [το αρσ. ως ουσ.] τακτικός, στρατιώτης του τακτικού στρατού
- [το θηλ. ως ουσ.] τακτική, ο τρόπος δράσης.
Ετυμολογία
< αρχ. τάσσω.
Επιρρήματα
τακτικά και ταχτικά [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τακτικός», σ. 817. https://navalhistory.gr/lexiko/τακτικοσ/