navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σωστικός

σωστικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που είναι κατάλληλος για τη διάσωση ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο, (φρ.) «σωστική λέμβος», «σχολή σωστικών και πυροσβεστικών μέσων».

Ετυμολογία

< αρχ. σωστικός.

Επιρρήματα

σωστικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σωστικός», σ. 816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωστικοσ/