σφυρίνος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) πελαγικό είδος ψαριού γνωστό και ως λούτσος [δες λ.] ή σφύρνα [δες λ.].
Ετυμολογία
< σφύρ(α) + -ίνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφυρίνος», σ. 813. https://navalhistory.gr/lexiko/σφυρινοσ/