σφάλμα
το, ουσ.
- λανθασμένη ενέργεια, κρίση ή απόφαση
- αβλεψία
- παράπτωμα
- απόκλιση από τους κανόνες μιας επιστήμης, τέχνης κ.λπ.
- (φρ.) «σφάλμα ή παραλλαγή γυροσκοπικής πυξίδας / χρονομέτρου / τοιχισμού / εξάντα».
Ετυμολογία
< αρχ. σφάλμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφάλμα», σ. 810. https://navalhistory.gr/lexiko/σφαλμα/