σφαίρα
η, ουσ.

- (γεωμ.) στερεό γεωμετρικό σώμα που το κάθε σημείο της επιφάνειάς του απέχει την ίδια απόσταση από το κέντρο
- (συνεκδ.) καθετί που μοιάζει με το παραπάνω σχήμα, όπως η μπάλα
- (αθλητ.) μεταλλική μπάλα που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της σφαιροβολίας
- κοινή ονομασία βλήματος πιστολιού, τουφεκιού ή πολυβόλου
- (μτφ.) χώρος ελέγχου ή δράσης
- (φρ.) «κρυστάλλινη / λαστιχένια / γήινη / ουράνια / υδρόγειος / κρικωτή [= αρχαίο αστρονομικό όργανο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των ισημερινών ή των εκλειπτικών συντεταγμένων των ουρανίων σωμάτων] / μετεωρολογική σφαίρα».
Ετυμολογία
< αρχ. σφαῖρα.
Παράγωγα
σφαιρία [φαρμ.], σφαιρίδιο, σφαιρίζω [= παίζω μπάλα], σφαιρικός.
Σύνθετα
σφαιροειδής, σφαιροκρύσταλλοι, σφαιρόλιθος, σφαιρομετρία, σφαιρομέτριο, σφαιρόπληκτρο, σφαιροσιδηρίτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφαίρα», σσ. 809-810. https://navalhistory.gr/lexiko/σφαιρα/