navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συστρέφω

συστρέφω

ρ. [μετβ.]

στρίβω κάτι μία ή περισσότερες φορές, συνών. κουλουριάζω, κουβαριάζω.

Ετυμολογία

< αρχ. συ-στρέφω.

Παράγωγα

σύστρεμμα, σύστρεψη, συστροφή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συστρέφω», σ. 809. https://navalhistory.gr/lexiko/συστρεφω/