συσσίτιο
το, ουσ.
- κοινό γεύμα που ετοιμάζεται σε μεγάλες ποσότητες και μοιράζεται, σε στρατιώτες, αλλά και γενικότερα σε άτομα που ζουν ομαδικά
- η αίθουσα εντός της οποία πραγματοποιείται η παράθεση του συσσιτίου, η τραπεζαρία.
Ετυμολογία
< αρχ. συσσίτιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συσσίτιο», σ. 808. https://navalhistory.gr/lexiko/συσσιτιο/