navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρριζα

σύρριζα

επίρρ.

  1. ακριβώς από εκεί που αρχίζει η ρίζα
  2. μέχρι τη ρίζα
  3. (μτφ.) από πολύ κοντά, άκρη-άκρη, ξυστά.

Ετυμολογία

< μτγν. σύρριζος < σύν- + -ρριζος < [αρχ.] ῥίζα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρριζα», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρριζα/