navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συρματόπλεγμα

συρματόπλεγμα

το, ουσ.

  1. είδος πλέγματος κατασκευασμένο από σύρμα [δες λ.] απλό ή αγκαθωτό ή δικτυωτό, χρήσιμο για περιφράξεις χώρων αλλά και ως οχυρωματικό μέσο σε συνοριακές περιοχές
  2. (συνεκδ.) φράχτης από σύρμα.

Ετυμολογία

< σύρμα [γεν. - τος] + πλέγμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συρματόπλεγμα», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρματοπλεγμα/