navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συνυπηρετώ

συνυπηρετώ

ρ. [αμετβ.]

υπηρετώ ταυτόχρονα στην ίδια υπηρεσία ή στην ίδια στρατιωτική μονάδα ή στην ίδια πόλη μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο.

Ετυμολογία

< αρχ. συνυπηρετῶ [= εξυπηρετώ, βοηθώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνυπηρετώ», σ. 805. https://navalhistory.gr/lexiko/συνυπηρετω/